Αρχονταρίκι(ο)ν: Χώρος υποδοχής και φιλοξενίας των επισκεπτών μοναστηρίου.
Αρχοντάρης: Μοναχός επιφορτισμένος με την υποδοχή και τη φιλοξενία των επισκεπτών του μοναστηριού.